Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Πόλεμος. Και ειρήνη.




Τη Δευτέρα 28 Ιουλίου παρακολουθήσαμε στο νησί της Παμβώτιδας ένα ανέβασμα της επίκαιρης τραγωδίας του Ευρυπίδη «Εκάβη». Η «Εκάβη», μαζί με την «Ανδρομάχη» και τις «Τρωάδες», συγκροτούν την ομάδα εκείνη των ευριπίδειων τραγωδιών που θεματοποιούν τις συνέπειες του Τρωικού πολέμου από τη σκοπιά των ηττημένων. Η τραγωδία αυτή τοποθετείται γύρω στο 424 π.Χ. και παρουσιάζεται στο αθηναϊκό κοινό την ώρα που μαίνεται η πρώτη φάση του ολέθριου Πελοποννησιακού πολέμου. Με επίκεντρο την προσωπική τραγωδία της άλλοτε φημισμένης βασίλισσας, συζύγου του Πρίαμου, η Εκάβη καταπιάνεται με δύο σημαντικά θέματα: 1) Το θέμα του πολέμου και την ηθική καταρράκωση που προκαλεί στους ανθρώπους, την κατάλυση του σεβασμού απέναντι στον ανθρώπινο και τον θείο νόμο και την αποδόμηση εύκολων ιδεολογικών σχηματοποιήσεων, όπως οι αντιθέσεις Έλληνας-βάρβαρος, πολιτισμένος-θηριώδης. 2) Το θέμα της ελευθερίας και της σκλαβιάς και την πικρή διαπίστωση ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι μεν πραγματικά ελεύθερος αλλά είναι ο τρόπος που αντιδρά κανείς στις περιστάσεις που καθορίζει το ηθικό του ανάστημα. Η ορθή αντίδραση δεν είναι ανάγκη, είναι επιλογή.
Η δράση τοποθετείται μετά τον Τρωικό πόλεμο, κατά την επιστροφή των Ελλήνων στην πατρίδα τους. Τοποθετείται επίσης τρεις μέρες μετά τη δολοφονία του Πολύδωρου από τον ανόσιο βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα. Κατά τον δραματικό χρόνο του έργου θα συντελεστούν η θυσία της Πολυξένης στον τάφο του Αχιλλέα, η δολοφονία των δύο αγοριών του Θρακός βασιλιά και η τύφλωση του ιδίου από την Εκάβη. Βρισκόμαστε έτσι μετά το τέλος του πολέμου αλλά όχι μετά το τέλος της βίας.
Τις καταλυτικές για τον άνθρωπο επιπτώσεις του πολέμου, τον οποίο καταγγέλει με σφοδρότητα ο Ευριπίδης στο έργο του, τις βιώνουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι του σύγχρονου globalized κόσμου μας. Τις τελευταίες εβδομάδες μυρίζει μπαρούτι σε πολλές περιοχές. Κυρίως, μυρίζει αίμα. Σε γη και ουρανό. Σε πυκνοκατοικημένες λωρίδες. Σε ζώνες με κοιτάσματα πετρελαίου, σε περάσματα αγωγών φυσικού αερίου ή σε άλλα σημεία στρατηγικής σημασίας. Σε παιδικές χαρές, σχολεία και νοσοκομεία. 

Και ενώ ο Ευριπίδης μέσα από την τέχνη του επιχείρησε να αφυπνίσει τους συμπολίτες του και να καταδείξει τη μαύρη όψη του πολέμου, ο κύριος καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο «George Mason», επέλεξε να ασχοληθεί με τις δυσάρεστες… οικονομικές επιπτώσεις της ειρήνης που έχει επικρατήσει σε μεγάλο μέρος του πλανήτη. Στο άρθρο του με τίτλο «Η έλλειψη μεγάλων πολέμων πιθανά βλάπτει την οικονομική ανάπτυξη»  (The Pitfalls of Peace: The Lack of Major Wars May Be Hurting Economic Growth) στις 13 Ιουνίου, στους New York Times, ο οικονομολόγος, ως αγγελιαφόρος, μας ενημερώνει ότι «οι οικονομολόγοι» ανακαλύπτουν  μια πρόσθετη αιτία για την στασιμότητα στην καπιταλιστική ανάπτυξη και αυτή δεν είναι άλλη από την «επιμονή και προσδοκία της ειρήνης»!

«Όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται», προσθέτει ο συγγραφέας, «όσο μεγαλύτερη είναι η γαλήνη στον κόσμο, άλλο τόσο καθίσταται λιγότερο επείγουσα η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και ως εκ τούτου λιγότερο πιθανή».
Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, οι θάνατοι από πολέμους έχουν μειωθεί κατά πολύ, ζούμε σε έναν ασφαλέστερο κόσμο και έχουμε επαναπαυτεί κάπως! Ας μην ξεχνάμε ότι, «θεμελιώδεις καινοτομίες, όπως η πυρηνική ενέργεια, οι υπολογιστές και τα σύγχρονα αεροσκάφη ήταν όλα αποτελέσματα της προσπάθειας των αμερικανικών κυβερνήσεων να νικήσουν τις δυνάμεις του Άξονα ή, αργότερα, να κερδίσουν τον Ψυχρό Πόλεμο. Το Διαδίκτυο είχε αρχικά σχεδιαστεί για να βοηθήσει τις ΗΠΑ να αντέξουν μια πυρηνική αναμέτρηση και η Silicon Valley έχει τις ρίζες της στην ανάπτυξη  στρατιωτικών προγραμμάτων  και όχι στην σημερινή επιχειρηματικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις. Η εκτόξευση του Σοβιετικού δορυφόρου Σπούτνικ, μάλιστα ήταν αυτή που κέντρισε το αμερικανικό ενδιαφέρον για την επιστήμη και την τεχνολογία και ωφελήθηκε η οικονομική ανάπτυξη αργότερα».

 
 
Ο συγγραφέας, αφού υπογραμμίσει τη διαφορά μεταξύ των αργά αναπτυσσόμενων ευρωπαϊκών κρατών – τα οποία έχουν πολύ μικρό φόβο κάποιας στρατιωτικής κατάληψής τους – και της πιο γοργά αναπτυσσόμενης Ανατολής – η Ιαπωνία είναι αντιμέτωπη με την εδαφική και γεωπολιτική πίεση από την Κίνα – επισημαίνει ότι ένας πόλεμος με τη χρήση των σημερινών τεχνολογιών θα ήταν πολύ πιο καταστροφικός και αναφέρει και δυο τρία θετικά σημεία, έστω και αν δεν έχουν ατόφιο οικονομικό χαρακτήρα, της ειρηνικής επικράτησης, όπως το πιο καθαρό περιβάλλον, η μεγαλύτερη κοινωνική ανοχή στη διαφορετικότητα και τις μειονότητες, ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος. Το άρθρο κλείνει με το ερώτημα: «Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο ή η πρόσφατη επικράτηση της ειρήνης είναι μια απλή προσωρινή φούσκα που περιμένει να σκάσει;».
Με τους παραπάνω οικονομολογικούς προβληματισμούς, πιθανότατα θα συμφωνούσε και ο Χίτλερ, στον οποίο αποδίδεται η φράση «Η ανθρωπότητα απέκτησε το μεγαλείο της μέσα στους συνεχείς πολέμους και το μοναδικό που μπορεί να την καταστρέψει είναι η αιώνια ειρήνη».
Κλείνω τα μάτια και «ακούω» έναν ποιητικά «κεντημένο» αντίλογο από κάποιον μακρινό πρόγονο συγγραφέα, στο άρθρο – και στο ρόλο – του κυρίου Κόουεν. Ίσως η ίδια η Εκάβη, θα μπορούσε να τον εκφωνεί, αυτή, που έζησε στο πετσί της το τι σημαίνει πόλεμος, αυτή, που άντεξε όσα μπορεί να αντέξει άνθρωπος. Κι όταν θα ολοκλήρωνε το λόγο της, δεν θα υπήρχαν διλήμματα άλλα να εκκρεμούν. Μια βεβαιότητα μόνο (Β. Φραγκλίνος): «Ποτέ δεν υπήρξε καλός πόλεμος ή κακή ειρήνη».
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου