Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Εαρινή συμφωνία, Γ. Ρίτσος

Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής…

Κ’ ήρθες εσύ.

Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος έτσι πασίχαρος κι αθώος

Θα περάσω  κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου

και θα ραμφίσω το πάμφωτο τζάμι του έαρος…

Μη με καλέσεις ακόμη.

Ας παρατείνουμε αυτές τις ώρες τις θαμπές τις υπερπληρωμένες που δυο κόσμοι

Ανταμώνονται που δυο βαθιές φωνές  ζυγιάζονται πάνω σε μια χορδή αργυρή

και μια σταγόνα δρόσου σκιρτά και ταλαντεύεται στ’ άνθος της νύχτας…

Αγαπημένη

τι προετοιμάζεται για μας μέσα στο βλέμμα των θεών πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

Βηματίζεις

μέσα στα σκονισμένα δώματά μου μ’ ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα που ευωδιάζει πράσινα φύλλα

φρεσκοπλυμένο ουρανό και φτερά γλάρων πάνω από θάλασσα πρωϊνή.




Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν κάτι μικρές φυσαρμόνικες από κείνες που παίζουν

τα πολύ εύθυμα παιδιά στις εαρινές εξοχές.

Ξεκρέμασε και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τις μελαγχολικές κορνίζες.

Εσύ μου ’φερες τον καινούργιο καιρό, το φως της αυγής και το αίμα μου.

Πιασμένοι απ’ το χέρι

θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα των φθινοπωρινών σκιών.

Πάμε στους αγρούς να φορέσουμε στα δάχτυλα τις παπαρούνες και τον ήλιο και την καινούργια χλόη.

Στα μάτια σου δε λιμνάζει

μήτ’ ένας κόκκος ίσκιου.

Να ο ήλιος που τρέχει μέσα στα δάση.

Δεν έχουμε αργήσει.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών…

Αγαπημένη

κόβοντας χαμομήλια και βλέποντας τη θάλασσα θα ξαναπούμε  την παιδική μας δέηση

μαζί με τα πουλιά και με τα φύλλα.

Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα των παιδικών εκκλησιών θα τραγουδούν το τραγούδι

της τρυφερής Ναζαρέτ πάνω απ’ τους πράσινους κάμπους.

Αγαπημένη

όλη η ψυχή μου τρέμει φύλλωμα ευγνωμοσύνης.

Γονατισμένος προσεύχομαι.

Θεέ μου Θεέ μου

η αγάπη μου ’χε λείψει για να χαρώ και να νοήσω το μεγαλείο σου.

Τυλιγμένος εγώ το κορμί σου

γυμνός

δίχως άνθος φωνή και τραγούδι.

Κανένα φως άλλο να μην ισκιώνει το φως που ανατέλλει απ’ τη σάρκα σου.

Η αγάπη

πιο μεγάλη απ’ τη σιωπή γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο και γεμίζει το απέραντο χάσμα

με φτερά και λουλούδια.


Κλείνω τα μάτια.

Ζω κι αγαπώ.

 Ένας γόος ευτυχίας ανεβαίνει απ’ τα σπλάχνα της γης απ’ τα σπήλαια του δάσους

μες στην έκθαμβη νύχτα διαπερνάει το χρόνο και το διάστημα.

Μέσα του σφαδάζει όλη η ζωή κι όλος ο θάνατος.

Αγάπη Αγάπη

δε μου ’χες φέρει εμένα μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω…

Τα τρυφερά λυκόφωτα οι πράες καμπύλες των βουνών και τα λαμπρά βράδια του θέρους

με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ κ’ έφευγα σιωπηλός ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου

για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές ακουμπούσαν στο περβάζι μου το διάφανο πηγούνι τους

κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια και με κοιτούσαν με πικρία ζητώντας ν’ απολογηθώ…

Τις νύχτες του έαρος που η γύρη των άστρων  και των λουλουδιών αγρυπνούσε στο δέρμα μου

μια λυπημένη ανταύγεια σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου γιατί αργούσες να ’ρθεις Αγάπη…

Ζητώντας το θεό ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας γέμισα τους κήπους μου  με λευκούς κρίνους για να βυθίζεις τις κνήμες σου

αυτά τα βράδια τ’ αργυρά που η σελήνη ραντίζει με δρόσο τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα Αγάπη ετοίμασα τα πάντα

κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου

ζητούσα να ’βρω τα ίχνη των βημάτων σου, ζητούσα να φιλήσω μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου

Ω! Αγάπη!

Πώς θα πληρώσεις τώρα ένα θάνατο που ενταφιάστηκε κάτω απ’ τη θωπεία σου;

ένα παιδί που κοιμήθηκε εικοσιοκτώ Απριλίους για να ξυπνήσει στα χέρια σου;

Σφίγγω το χέρι σου.

Τι μου λείπει

για να μισήσω τη ζωή;…

Ζεστή χρυσή μεσημβρία.

Σταθμός του Απείρου

- η καρδιά μας…

Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε.

Το φως κελαϊδάει στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας…

Πώς αγαπούμε  τα ερωτικά κορμιά μας…

Αγαπούμε  τον ουρανό και τη γη τους ανθρώπους και τα ζώα τα ερπετά και τα έντομα.

Είμαστε κ’ εμείς όλα μαζί κι ο ουρανός κ’ η γη.



Το κορμί μας περήφανο απ’ της χαράς την ομορφιά.

Το χέρι μας παντοδύναμο απ’ την ορμή της αγάπης.

Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το σύμπαν.

Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε.

Αγάπη εσύ μου ξανάφερες τ’ άσπρα πουλιά της μητέρας κι αυτή την άγκυρα που δένει στο σιγανό λιμάνι τα πληγωμένα καΐκια.

Όλη μου η ομορφιά συνάζεται για να στολίσει τα μαλλιά σου.

Κι ό,τι γλυκό και τρυφερό που ήταν δικό μου κ’ έμενε σαν ξένο και μ’ είχε λησμονήσει

ξανάρχεται στα χέρια σου να ζεσταθεί να ξαναζήσει  και να σε φιλήσει.

Όχι. Όχι.

Δε θέλω να φύγω.

Κράτησέ με.

Μας άγγιξε ψυχρό το φθινοπωρινό λυκόφως…

Έρχεται η νύχτα.

Μια σιωπηλή αστραπή ρυτιδώνει χαμηλά τον ορίζοντα.

Παντού σαλεύουν αποχαιρετισμών μαντήλια…

Αστράφτει ο κόσμος έξω απ’ τη λύπη σου φως κ’ αίμα τραγούδι και σιωπή…

Ανοίχτε τα παράθυρα…

Αστράφτει ο κόσμος ακούραστος.

Κοιτάχτε.

Δεν ξέρω πια να τραγουδώ.

Σου ανήκω.

Η ζωή μού ανήκει.
 

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Σχολικός εκφοβισμός



 

Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της ερευνητικής δραστηριότητας αφορά στο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού. Μελετήθηκε για πρώτη φορά το 1978 στη Νορβηγία και 9 χρόνια μετά, το 1987, σε πολλά επιστημονικά περιοδικά εμφανίζεται ο σχετικός όρος “bullying”.
Ο σχολικός αναφέρεται στη βία μεταξύ παιδιών και είναι η επιθετική εκείνη συμπεριφορά που είναι εσκεμμένη, απρόκλητη και επαναλαμβανόμενη, αποτελεί κατάχρηση εξουσίας και εμπεριέχει ανισότητα στη δύναμη, αντικειμενική (π.χ. σωματική) ή αντιληπτή (π.χ. προσωπικότητας). Εν ολίγοις, κατευθύνεται προς εκείνα τα παιδιά που εκλαμβάνονται από το παιδί που ασκεί βία (ένα ή περισσότερα) ως αδύναμα, είτε σωματικά είτε ψυχολογικά. Οι μορφές της βίας που εκδηλώνεται με τον εκφοβισμό, αφορούν σε άμεση σωματική βία (χτυπήματα, κλεψιές, καταστροφή πραγμάτων που ανήκουν στο εκφοβιζόμενο παιδί), σε άμεση λεκτική βία (βρισιές, προσβολές), σε έμμεση, κοινωνική βία (εκβιασμοί, απειλές, κοινωνική απομόνωση και αποκλεισμός), σε ηλεκτρονική βία (μέσω κινητού τηλεφώνου ή διαδικτύου, απειλές, προσβολές, δυσφήμιση, κοινωνική απομόνωση, δημοσιοποίηση πληροφοριών και εικόνων χωρίς άδεια, ψεύτικη ταυτότητα για εκμαίευση πληροφοριών και γελοιοποίηση).
Ορισμένοι ερευνητές, έχουν κατά καιρούς υπογραμμίσει τη διαφορά του εκφοβισμού με το «πείραγμα» στα πλαίσια του παιχνιδιού. Το «πείραγμα» αυτό συνήθως συμβαίνει μεταξύ φίλων και δεν περιλαμβάνει την πρόκληση σωματικού πόνου των άλλων. Αντίθετα ο εκφοβισμός αφορά άτομα που δεν έχουν φιλικές σχέσεις.
Στο φαινόμενο εμπλέκονται πολλές ομάδες ανθρώπων ή άτομα: το παιδί που δέχεται βία, το παιδί ή ομάδα παιδιών που ασκεί βία, τα παιδιά θεατές, οι εκπαιδευτικοί & οι γονείς. Οι επιπτώσεις για τα εμπλεκόμενα παιδιά είναι πολλές και σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να ταλαιπωρούν το άτομο κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Ενδεικτικά, τα παιδιά που δέχονται βία είναι πιο πιθανόν να παρουσιάσουν σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκέφαλους, ημικρανίες, δερματικά και γαστρεντερικά προβλήματα, να εμφανίσουν αυξημένο αίσθημα θλίψης και μοναξιάς, αλλαγές στον ύπνο και στις διατροφικές συνήθειες, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες και ειδικότερα για τη σχολική ζωή και τις μαθησιακές διαδικασίες και γενικότερα φτωχότερη σωματική και ψυχική υγεία. Επίσης, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιδράσουν με εξαιρετικά βίαιο τρόπο. Σε 12 από τα 15 περιστατικά στη δεκαετία του 1990, όπου μαθητές έριξαν πυρά στο σχολείο τους, οι σκοπευτές ήταν θύματα σχολικού εκφοβισμού. Αντίστοιχα, τα παιδιά που εκφοβίζουν, έχουν αυξημένες πιθανότητες να στραφούν στην κατάχρηση ή και εξάρτηση από αλκοόλ και άλλες ναρκωτικές ουσίες, να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο και να αναπτύξουν παραβατική συμπεριφορά στη νεαρή και ενήλικη ζωή. 

 
 
Το φαινόμενο του εκφοβισμού είναι σύνθετο και πολυπαραγοντικό. Προκύπτει όταν συνδυάζονται μεταβλητές που σχετίζονται με τις οικογένειες των εμπλεκόμενων παιδιών (π.χ. αυταρχικοί ή αδιάφοροι γονείς, ενδοοικογενειακή βία, ανεπιτυχής συναισθηματική διαχείριση και έκφραση) με μεταβλητές που αφορούν στο σχολικό και κοινοτικό περιβάλλον (π.χ. ανταγωνιστικότητα και απουσία συνεργατικού πνεύματος, αδιαφορία, κοινωνικές ανισότητες, κοινωνικές νόρμες που ανέχονται ή ενθαρρύνουν τη βία και πολλά άλλα).
Η έγκαιρη αντιμετώπιση του φαινομένου μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην εγκατάστασή του μέσα στη σχολική κοινότητα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, χρειάζεται επαγρύπνηση των ενηλίκων και ευαισθητοποίηση των παιδιών, τα οποία συχνά επιλέγουν την αποσιώπηση του εκφοβισμού. Ένα σημαντικό και πολύ συχνό εύρημα στις έρευνες για τον εκφοβισμό, είναι ότι οι εκπαιδευτικοί αναφέρουν μικρότερα ποσοστά στην έκταση του φαινομένου από τους μαθητές. Επίσης, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αναφέρει ότι συστηματικά παρεμβαίνει για να σταματήσει τη βία, οι μαθητές αναφέρουν ότι οι εκπαιδευτικοί σπάνια παρεμβαίνουν.
Το σχετικό επιστημονικό υλικό με εμπεριστατωμένες αναλύσεις και προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι πλέον άφθονο, δύσκολα μπορούμε να επικαλεστούμε άγνοια. Η πρόκληση είναι το πώς εμείς, οι ενήλικες που υφιστάμεθα και συντηρούμε, με εμφανείς ή λιγότερο ορατούς τρόπους, τους φαύλους κύκλους της βίας της καθημερινής ζωής, θα βρούμε το σθένος να αποτελέσουμε παράδειγμα για όσους «εκπαιδεύουμε». Προς μίμηση.